Ι.Κ. Λύρα – Κορονοϊός: η Επόμενη Μέρα

Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε «ουρανοκατέβατο» τον ιό covid-19, ο οποίος πλήττει την υφήλιο στο κλείσιμο της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα.

Πρώτον, διότι διεδόθει κυρίως μέσω των αεροσκαφών και των «εναέριων» επιβατών που μεταφέρουν και που οι αριθμοί τους έχουν αυξηθεί λογαριθμικά εδώ και κάποιες δεκαετίες μόνον. Δεύτερον, διότι στην εποχή της κυριαρχίας της «αυθεντίας» της επιστήμης και της τεχνολογίας, μας ήρθε «από το πουθενά» ένας ιός, ο οποίος εκτός από την υγεία μας έπληξε καίρια μέσα σε δύο μήνες το παγκόσμιο πολιτικο-οικονομικό σύστημα και τον τρόπο ζωής που συνεπάγεται. Κλονίστηκαν έτσι βαθειά οι πεποιθήσεις και οι παραδοχές μας, τις οποίες μας αναγκάζει ο ιός να ξανασκεφτούμε με λιγότερη ή περισσότερη ανησυχία. Σε άλλες εποχές θα λέγαμε ότι πρόκειται για «σημείον» και τα «σημεία» έρχονται «εξ ουρανού».

Πιο συγκεκριμένα, ο ιός έπληξε το πολιτικο-οικονομικό σύστημα της παγκοσμιοποίησης σε τρία κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικά του:

Πρώτον τη συνεχή και μάλλον υπερβολική μετακινητικότητα ανθρώπων και προϊόντων.

Δεύτερον, την συνεχή και μάλλον υπερβολική κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών.

Τρίτον, την μάλλον υπερβολική αστυφιλία και την δημιουργία μεγαλουπόλεων, όπου είναι πολύ δύσκολο λόγο μεγέθους και πληθυσμού αφ ενός μεν να διαχειριστούν οι κρατικές υπηρεσίες τέτοιου είδους έκτακτες καταστάσεις και αφ ετέρου είναι εξ ίσου δύσκολο να παραμείνουν οι κάτοικοί τους περιορισμένοι στις κατοικίες-διαμερίσματα τους για χρονικό διάστημα πέραν των δύο μηνών.

Και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά είναι απόρροια των δυνάμεων και δυνατοτήτων που εξαπέλυσε η βιομηχανική επανάσταση, που ξεκινά μεν στο τέλος του 19ου αιώνα, αλλά της οποίας οι συνέπειες δεν άλλαξαν ριζικά και ανεπιστρεπτί τον τρόπο ζωής των ανθρώπων και δεν γενικεύονται μέχρι το πέρας του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου.

Η εγκαθίδρυση όμως του οικονομικού μοντέλου της παγκοσμιοποίησης έπρεπε να περιμένει την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Έπρεπε επίσης να περιμένει τις περαιτέρω δυνάμεις που εξαπέλυσαν η επιστημονική και τεχνολογική επανάσταση στον τομέα της βιομηχανίας αλλά, κυρίως, στους νέους τομείς της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης, των επικοινωνιών και στον τομέα της ιατρικής στο τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα. Τέλος, έπρεπε να περιμένει και την «απελευθέρωση» του τραπεζο-χρηματιστηριακού συστήματος που ξεκινάει στα τέλη της δεκαετίας του ’60, θεμελιώνεται την δεκαετία του ’70 με την εισαγωγή πλήθους κερδοσκοπικών «προϊόντων» και κάθε άλλο παρά συντηρητικών νέων παραμέτρων της λογιστικής του χρηματο – πιστωτικού τομέα και ολοκληρώνεται την δεκαετία του ’90 μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, επίσης.

Με την κατάρρευση αυτή αποχωρούν από την πολιτική ζωή οι όποιες ιδεολογικές και ηθικές αξιώσεις και αντικαθίστανται από τον τεχνοκρατικό οικονομισμό και τον λαϊκισμό.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για τον Δυτικό κόσμο κατ’ εξοχήν ο καπιταλισμός και η παγκοσμιοποιημένη εκδοχή του επέφερε πρωτοφανή ευημερία και σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτός είναι ο κύριος λόγος, που τα εμφανή αποτελέσματα αυτού του συστήματος είναι θελκτικά και επιθυμητά και από τον υπόλοιπο κόσμο, που δεν τα απολαμβάνει ακόμη και του οποίου ο πληθυσμός είναι υπερτριπλάσιος του Δυτικού.

Όμως αυτή η ευημερία, η οποία ικανοποιεί αποκλειστικά τις υλικές ανάγκες του ανθρώπου (και πολλές επιθυμίες του που δεν είναι αναγκαίες) έχει επιτευχθεί με σοβαρό και δυσβάσταχτο απ’ ότι φαίνεται τίμημα. Και το τίμημα αυτό έχει τέσσερεις κύριους συντελεστές:

Την ποικιλότροπη και βαριά μόλυνση του φυσικού περιβάλλοντος.

Την μεγάλη ανισότητα του βιοτικού επιπέδου των πληθυσμών των ηπείρων, κρατών και μεταξύ των κατοίκων του εκάστοτε κράτους.

Την αποψίλωση των φυσικών πόρων και ειδών του πλανήτη.

Τους συνεχόμενους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς και τις συγκρούσεις με τις αρνητικές τους συνέπειες για την ειρήνη του κόσμου και των κατοίκων του.

Αυτό το τίμημα και οι συντελεστές του αποτελούν τα μείζονα πολιτικο-οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, τα οποία βέβαια υπήρχαν και ήταν σοβαρά και προ κορονοϊού. Μάλλον όμως ο κορονοϊός τα έφερε στο προσκήνιο αναγκάζοντάς μας να σκεφτούμε ότι η επίλυσή τους επείγει και ότι οι λύσεις τους κάθε άλλο παρά εύκολες είναι.

Για να επιστρέψουμε στα κύρια χαρακτηριστικά του ισχύοντος παγκοσμιοποιημένου οικονομικού συστήματος που προαναφέρθηκαν είναι δύσκολο να δει κανείς πώς θα αλλάξουν ριζικά. Διότι:

Στην συνεχή μετακινητικότητα στηρίζονται όλες οι ανεπτυγμένες οικονομίες και ο ιός κατέδειξε ότι η κατ’ οίκον εργασία έχει πολλούς περιορισμούς και δεν είχε την αποδοχή, που θα μπορούσε να έχει, λόγω των προβλημάτων της αστυφιλίας και των μεγαλουπόλεων, που προαναφέρθηκαν. Έτσι ο προσανατολισμός θα είναι μάλλον προς την βελτίωση της περιβαλλοντικής απόδοσης των μέσων μεταφοράς και συγκοινωνίας, πολιτική που προϋπήρχε του covid -19 που αμβλύνει μεν αλλά δεν λύνει το πρόβλημα και που δημιουργεί ιδιαίτερες προκλήσεις για την ναυτιλία και την πολιτική αεροπορία κατ’ εξοχήν. Όμως, εξίσου σημαντική είναι η πρόκληση που θέτει ο κορονοϊός για τον τομέα του τουρισμού, που είναι από τις μεγαλύτερες παγκοσμίως οικονομικές δραστηριότητες και στην οποία στηρίζονται πλέον τόσες χώρες όπως και η δική μας και που εξαρτάται από όλα τα μέσα μεταφοράς και κατά κόρον από τις αερομεταφορές. Είναι ρεαλιστικό να περιμένει κανείς ότι θα συρρικνωθεί σημαντικά αυτός ο τομέας; Χωρίς αμφιβολία φέτος. Εν συνεχεία όμως μάλλον το αντίθετο είναι το ενδεχόμενο. (Ίσως όμως, όπως παλαιότερα, υποχρεωθούμε να έχομε βιβλιάρια υγείας και να πρέπει να εμβολιαστούμε πριν ταξιδέψουμε.)

Όσον αφορά στον καταναλωτισμό και τις υπερβολές του, προφανώς θα χρειαζόταν να μειωθεί αισθητά και αυτό δεν φαίνεται δύσκολο εκ πρώτης όψεως. Εάν σκεφτούμε όμως ότι στις ανεπτυγμένες οικονομίες μέχρι και το 75% του ΑΕΠ παράγεται από τον τομέα των υπηρεσιών και ότι ακόμη και στην Κίνα τείνει να ξεπεράσει το 50%, τί θα γίνουν οι εργαζόμενοι και οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις υπηρεσίες και μάλιστα σε αυτές που δεν είναι πρώτης ανάγκης; Διότι στις υπηρεσίες αυτές περιλαμβάνονται οι τομείς του τουρισμού, μεγάλο μέρος των μεταφορών, οι επιχειρήσεις εστίασης, διασκέδασης, καλλωπισμού και αναψυχής, πολλά εμπορικά καταστήματα, οι επιχειρήσεις των ΜΜΕ, κλπ. Όλες αυτές οι δραστηριότητες καταναλώνουν ενέργεια, μολύνουν το περιβάλλον και χρησιμοποιούν φυσικούς πόρους.

Όσο για την αστυφιλία και το υπερβολικό μέγεθος των πόλεων, πώς μπορεί αυτό να ανατραπεί ή έστω να μεταμορφωθεί; Οι πολιτικές αποκέντρωσης χρειάζονται μεγάλες επενδύσεις σε υποδομές και οικονομικά κίνητρα και ήδη υπάρχουν γενεές που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στις μεγάλες πόλεις και για τις οποίες η πραγματικότητα έξω από αυτές είναι άγνωστη και εν πολλοίς απρόσιτη. Οι δε υποδομές που χρειάζονται, πέρα από αυτές της ανανεώσιμης ενέργειας και της ανακύκλωσης είναι και της ιατρικής περίθαλψης, που όπως κατέδειξε ο κορονοϊός είναι ελλιπείς σε όλες τις χώρες. Εφ’ όσον δε αυτές οι επενδύσεις και τα κίνητρα θα πρέπει να γίνουν και να εισαχθούν από τις κυβερνήσεις τίθενται τα ερωτήματα πως συνάδει κάτι τέτοιο με το ισχύον, «φιλελεύθερο» παγκοσμιοποιημένο οικονομικό μοντέλο, και που θα βρεθούν οι πόροι;

Ο «θαυμαστός καινούργιος κόσμος» που περιέγραψε ο ΄Αλντους Χάξλεϊ με εντυπωσιακή προφητική ενόραση το 1932, είναι λίγο πολύ ο κόσμος που έχει διαμορφώσει ο άνθρωπος και κατ εξοχήν ο δυτικός άνθρωπος εδώ και μόλις 50 χρόνια και αυτόν που ήρθε o covid-19 να διαταράξει με τόσο δραστικό τρόπο. Το μυθιστόρημα του Χάξλεϊ δεν είναι έργο επιστημονικής φαντασίας αλλά «δυστοπικό» (dystopian) όπως ονομάστηκε σε αντιπαράθεση με τα αντίστοιχα ουτοπικά. Τον ανησυχούσε από τότε, πού οδηγούσε η επιστημονική πρόοδος και η πολιτική και πνευματική αλλοτρίωση του ανθρώπου που επιφέρουν η προσήλωση της επιστήμης και των πολιτικο-οικονομικών ιδεολογιών στον υλισμό και τον ευδαιμονισμό και η ροπή τους προς τον ολοκληρωτισμό.

Ο κορονοϊός είναι μεν θανατηφόρος αλλά μάλλον μας έχει φοβίσει περισσότερο ότι είναι άγνωστος, αναπάντεχος, διεδόθει αστραπιαία και ότι δεν είναι ενδεχομένως ο τελευταίος. Έτσι κλονίστηκε η εμπιστοσύνη μας στην επιστήμη και την τεχνολογία που είναι οι «θεότητες» που λατρεύουμε πλέον και όπου έχουμε επενδύσει κατ’ εξοχήν την πίστη και την ελπίδα μας από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης.

Όπως είναι γνωστό, ο Σωκράτης στην Απολογία του είπε μεταξύ άλλων «φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου» και «ο ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπω». Όλες οι θρησκείες και οι μεγάλες πνευματικές παραδόσεις της ανθρωπότητας θεμελιώνονται λίγο πολύ στα θέματα της αυτογνωσίας και του θανάτου. Στο ότι δηλαδή, ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που μπορεί να απορεί για το τι είναι και για την θνητότητά του. Οι θρησκείες και οι πνευματικές παραδόσεις θεωρούν όλες, λίγο πολύ, ότι ο άνθρωπος πρόκειται για έλλογο και έμψυχο ον, πράγμα που για την επιστήμη και την τεχνολογία δεν έχει καθοριστική σημασία. Επομένως δεν μπορούν να καλύψουν αυτή την ουσιώδη πλευρά της φύσεως και οντότητας μας. Στο πλαίσιο της οντότητας αυτής εντάσσονται και οι κοινωνικές μας σχέσεις, των οποίων την ουσία και όχι την επιφάνεια αποκάλυψε επίσης περίτρανα ο κορονοϊός. Είναι σαν να μας είπε «αφού σας αρέσουν τόσο πολύ τα social media και η εξ αποστάσεως και διαμεσολαβημένη από οθόνες «επικοινωνία» μείνετε με αυτά!»

Ελπίζουμε ότι σύντομα η επιστήμη θα βρει το φάρμακο που εξουδετερώνει τον covid-19 ή που θα αμβλύνει τουλάχιστον τα συμπτώματά του. Όμως, τα προβλήματα που αποκάλυψε και ανέδειξε θα παραμείνουν μαζί με τις συνυφασμένες απορίες.

Για να λυθούν χρειάζεται να μετανοήσουμε που κυριολεκτικά σημαίνει να ξαναδούμε και να ξανασκεφτούμε τις πεποιθήσεις , τις παραδοχές μας και τον βίο μας με πραγματική διάθεση να τα διορθώσουμε εφόσον μας οδηγούν σε αδιέξοδα.

Είναι απαραίτητο συγχρόνως, να δώσουμε προτεραιότητα στην πνευματική μας τροφή και ζωή που δεν μπορούμε να τα αγοράσουμε ούτε βρίσκονται έτοιμα αλλά αποτελούν καρπούς μιας συνεχούς προσπάθειας και ασκήσεως συνήθως με την βοήθεια άλλων.

 

Γράψτε ένα σχόλιο ή απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *